Μετάφραση του "kristallisation" σε Ελληνικά

Το κρυστάλλωση είναι η μετάφραση του "kristallisation" σε Ελληνικά.

kristallisation
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρυστάλλωση

    noun feminine

    (Oljeåterstoder efter avlägsnande av acenaften genom kristallisation ur acenaftenolja från stenkolstjära.

    (Το έλαιο το οποίο παραμένει μετά την απομάκρυνση με κρυστάλλωση του ακεναφθενίου από έλαιο ακεναφθενίου προερχόμεμο από λιθανθρακόπισσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kristallisation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kristallisation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη