Μετάφραση του "kritik" σε Ελληνικά

Οι κριτική, επίκριση, κατάκριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kritik" σε Ελληνικά.

kritik noun Noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κριτική

    noun feminine

    Resolutionen innehåller emellertid många överdrifter, vilket innebär att en i grunden bra text blir mottaglig för kritik.

    Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις το ψήφισμα υπερβάλλει καθιστώντας ένα βασικά καλό κείμενο ευάλωτο σε κριτική.

  • επίκριση

    noun feminine

    Sådan kritik kan inte anses som ett förnekande av att systemet i fråga förekom eller tillämpades.

    Η επίκριση αυτή δεν μπορεί να σημαίνει τη μη ύπαρξη ή τη μη εφαρμογή του επίμαχου συστήματος.

  • κατάκριση

    noun feminine

    Jag vill bara lämna en kommentar: Det handlar om protesten mot fördömandet av demonstranterna i Bahrain och kritiken mot det uppförandet.

    Θα ήθελα μόνο να κάνω ένα σχόλιο: το θέμα είναι η διαμαρτυρία κατά της καταδίκης των διαδηλωτών στο Μπαχρέιν και η κατάκριση αυτής της συμπεριφοράς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kritik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kritik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kritik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη