Μετάφραση του "krok" σε Ελληνικά

Οι άγκιστρο, αγκίστρι, γάντζος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "krok" σε Ελληνικά.

krok noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άγκιστρο

    noun neuter

    Den store mannen slog den lille med kroken.

    Ο μεγάλος άντρας παλεύει με τον μικρό άντρα με το άγκιστρο.

  • αγκίστρι

    noun masculine neuter

    Du är som en mask på kroken som tror att den kan ta sig loss.

    Eίσαι σαν σκουλήκι στο αγκίστρι, σκέφτεσαι πώς θα ξεφύγεις.

  • γάντζος

    noun masculine

    Här i kroken hänger jag när jag har varit stygg.

    Και εδώ είναι ο γάντζος που κρεμιέμαι όταν κάνω ζημιές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " krok " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "krok" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη