Μετάφραση του "lama" σε Ελληνικά

Οι λάμα, Λάμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lama" σε Ελληνικά.

lama noun adjective common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάμα

    noun masculine

    " I århundraden har lamorna lett oss genom bergen. "

    " Για αιώνες, τα λάμα μας οδηγούσαν στα βουνά. "

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lama " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lama
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λάμα

Εικόνες με "lama"

Φράσεις παρόμοιες με "lama" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lama" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη