Μετάφραση του "lama" σε Ελληνικά
Οι λάμα, Λάμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lama" σε Ελληνικά.
lama
noun
adjective
common
w
γραμματική
-
λάμα
noun masculine" I århundraden har lamorna lett oss genom bergen. "
" Για αιώνες, τα λάμα μας οδηγούσαν στα βουνά. "
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lama " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Lama
-
Λάμα
Εικόνες με "lama"
Φράσεις παρόμοιες με "lama" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άλεφ λαμ
-
Δαλάι Λάμα
-
κουτσός · χωλός
-
δαλάι λάμα
-
κουτσός · χωλός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη