Μετάφραση του "ledning" σε Ελληνικά

Οι διαχείριση, διοίκηση, προβάδισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ledning" σε Ελληνικά.

ledning noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαχείριση

    noun

    Direktionen ska, under ordförandens ledning och under styrelsens kontroll, ansvara för bankens löpande verksamhet.

    H διευθύνουσα επιτροπή διασφαλίζει τη διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων της Τράπεζας, υπό την εποπτεία του προέδρου και υπό τον έλεγχο του διοικητικού συμβουλίου.

  • διοίκηση

    noun feminine

    Nu vill ledningen att alla distrikt ska kolla stans tomma hus.

    H διοίκηση θέλει να ελεγχθούν όλα τα ακατοίκητα στην πόλη.

  • προβάδισμα

    noun neuter

    Om hon tog ledningen måste jag också stödja henne.

    Αν έπαιρνε το προβάδισμα θα υποστήριζα κι εγώ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καλώδιο
    • σύρμα
    • διεύθυνση
    • αγωγός
    • σωληνώσεις
    • διοικητική
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ledning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ledning"

Φράσεις παρόμοιες με "ledning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ledning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη