Μετάφραση του "legitimation" σε Ελληνικά
Οι ταυτότητα, αναγνώριση, δελτίο αστυνομικής ταυτότητας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "legitimation" σε Ελληνικά.
-
ταυτότητα
noun feminineDina valmöjligheter begränsades av väskan med droger och din legitimation.
Περιόρισες τις επιλογές σου ότα άφησες ναρκωτικά μαζί με την ταυτότητα σου.
-
αναγνώριση
nounMen när det rör sig om stora belopp som överskrider de fastställda beloppen bör man enligt min åsikt däremot kräva att personen visar legitimation.
Αλλά, κατά τη γνώμη μου, όταν οι ποσότητες είναι μεγάλες και ξεπερνούν το καθορισμένο όριο, τότε θα πρέπει να απαιτείται η αναγνώριση.
-
δελτίο αστυνομικής ταυτότητας
noun Noun neuter -
δελτίο ταυτότητας
noun neuterI allmänhet är ett identitetskort eller annan giltig legitimation tillräcklig.
Γενικά, εν προκειμένω αρκεί δελτίο ταυτότητας ή οποιοδήποτε άλλο έγκυρο έγγραφο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " legitimation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate