Μετάφραση του "lek" σε Ελληνικά

Οι παιχνίδι, τράπουλα, αγώνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lek" σε Ελληνικά.

lek noun verb common γραμματική

Något att roa sig med eller fördriva tiden med; en förströelse.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παιχνίδι

    noun neuter

    Något att roa sig med eller fördriva tiden med; en förströelse.

    Sådana där bräden ska man inte leka med som om det är något slags schackspel.

    Τώρα αυτά τα συμβούλια, δεν είναι να έπαιζε γύρω με σαν να είναι playin'ένα παιχνίδι πούλια και όλα.

  • τράπουλα

    noun feminine

    Han kanske förstörde leken för han trodde att det kunde ändra hans framtid.

    Ίσως χάλασε την τράπουλα, επειδή σκέφτηκε ότι έτσι, θα μπορούσε να αλλάξει το μέλλον του.

  • αγώνας

    noun masculine

    Något att roa sig med eller fördriva tiden med; en förströelse.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνάντηση
    • λέκι
    • παίγνιο
    • ομάδα καρτών
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lek

Lek (flod)

+ Προσθήκη

"Lek" στο λεξικό Σουηδικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Lek στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "lek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εκπαιδευτική ψυχαγωγία
  • παίζουν με τη φωτιά · παίζω με τη φωτιά
  • Όμοιος ομοίω αεί πελάζει · Τα όμοια έλκονται
  • παίζω
  • Άνθρωποι βρίσκουν συνήθως άλλους ανθρώπους με τα ίδια γούστα, εμφάνιση κτλ.
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη