Μετάφραση του "lem" σε Ελληνικά

Οι μέλος, άκρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lem" σε Ελληνικά.

lem noun common γραμματική

En arm eller ett ben.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέλος

    noun neuter

    Som en kryppling utan lemmar låt mig inte röra mig fritt.

    Όπως ο ανάπηρος δίχως άκρα ας μην κινούνται τα μέλη μου.

  • άκρο

    noun

    Smärtan hoppade till en annan lem på samma sida.

    Ο πόνος μεταπήδησε σε ένα άλλο άκρο της ίδιας μεριάς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lem " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lem" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lem" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη