Μετάφραση του "lesbisk" σε Ελληνικά

Οι λεσβία, λεσβιακός, λεσβιακό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lesbisk" σε Ελληνικά.

lesbisk adjective γραμματική

homosexuell (om kvinnor) [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεσβία

    noun feminine

    γυναίκα που την έλκουν σεξουαλικά και συναισθηματικά άλλες γυναίκες

    Carol och jag hade mycket skoj innan hon blev lesbisk.

    Με την Κάρολ είχαμε καλές στιγμές πριν γίνει λεσβία.

  • λεσβιακός

    adjective masculine

    Världen är mitt lesbiska bröllop.

    Ο κόσμος είναι ένας λεσβιακός γάμος για μένα.

  • λεσβιακό

    adjective neuter

    Skaka den, och ni har ett lesbiskt par.

    Κουνήστε το και θα έχετε ένα λεσβιακό ζευγάρι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λεσβιακή
    • ομοφυλόφυλη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lesbisk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lesbisk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lesbisk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη