Μετάφραση του "lever" σε Ελληνικά
Οι συκώτι, ήπαρ, ηπατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lever" σε Ελληνικά.
organ hos ryggradsdjur [..]
-
συκώτι
noun neuterEtt stort organ i kroppen som lagrar och bryter ner näringsämnen, förstör gifter och producerar galla. Ansvarar för tusentals biokemiska reaktioner.
Blod har samlats runt levern ända sedan busskraschen.
Το αίμα μαζεύεται γύρω από το συκώτι μετά το ατύχημα με το λεωφορείο.
-
ήπαρ
noun neuterDe invaderade levern, så döda leverceller spred sig.
Εισέβαλλαν στο ήπαρ του, προκαλώντας ροή νεκρών κυττάρων στον οργανισμό του.
-
ηπατικός
noun masculineNilotinib metaboliseras främst genom levern
Ο μεταβολισμός του nilotinib είναι κυρίως ηπατικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lever " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Ήπαρ
Lever från de landlevande djur som avses i 5.1, med undantag av får, och produkter från sådan lever
Ήπαρ χερσαίων ζώων που αναφέρονται στο σημείο 5.1 με εξαίρεση τα πρόβατα και τα παράγωγα προϊόντα τους
-
Συκώτι (τρόφιμο)
Εικόνες με "lever"
Φράσεις παρόμοιες με "lever" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ζωντανό φυτό
-
Το Κινούμενο Κάστρο
-
ζωντανή γλώσσα
-
Λέων Τρότσκι
-
ονειροπόλος
-
Λεβ Λαντάου
-
ομάδα ζώντων πραγμάτων
-
κερί