Μετάφραση του "lexikon" σε Ελληνικά
Οι λεξικό, εγκυκλοπαίδεια, λημματολόγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lexikon" σε Ελληνικά.
lexikon
noun
neuter
γραμματική
mål är bra . [..]
-
λεξικό
noun neuterEnligt etymologiska lexikon betyder ”staropolski” något som ”avser det gamla Polen”.
Σύμφωνα με το ετυμολογικό λεξικό, η λέξη «staropolska» σημαίνει «κάτι που αφορά περασμένες περιόδους της πολωνικής ιστορίας».
-
εγκυκλοπαίδεια
noun femininemål är bra .
-
λημματολόγιο
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lexikon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lexikon"
Φράσεις παρόμοιες με "lexikon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τύπος λεξικού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη