Μετάφραση του "liberal" σε Ελληνικά

Οι φιλελεύθερος, ανεκτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liberal" σε Ελληνικά.

liberal adjective noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φιλελεύθερος

    adjective masculine

    liberala investeringsregler är förknippade med avsevärda risker, vilket dagens börsutveckling åskådliggör.

    Παρόμοιοι φιλελεύθεροι όροι επενδύσεων εγκυμονούν σημαντικούς κινδύνους, όπως αποδεικνύεται σήμερα από την εξέλιξη των χρηματιστηρίων.

  • ανεκτικός

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " liberal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "liberal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "liberal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη