Μετάφραση του "licens" σε Ελληνικά
Οι άδεια, άδεια χρήσης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "licens" σε Ελληνικά.
licens
noun
common
γραμματική
-
άδεια
noun feminineDet är slut med det om jag inte får min licens.
Oμως, όλα θα τελειώσουν, το τονίζω, αν δεν πάρω άδεια.
-
άδεια χρήσης
Περιγραφή των συνθηκών άδειας χρήσης με βάση της οποίας χρησιμοποιείται ένας πόρος
Det senare blir akutellt när utländska förläggare får licens att använda inhemska artisters upphovsrätt och vice versa.
Οι τελευταίες προκύπτουν όταν εκδότες μη μόνιμοι κάτοικοι αγοράζουν την άδεια χρήσης των copyright εγχώριων καλλιτεχνών και αντιστρόφως.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " licens " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "licens" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φορητή άδεια
-
Οδηγός αποκατάστασης αδειών χρήσης
-
άδεια uplink
-
ισχύουσα άδεια
-
ελεύθερη άδεια
-
ψηφιακή άδεια
-
άδεια αξιοπιστίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη