Μετάφραση του "lik" σε Ελληνικά

Οι πτώμα, όμοιος, κουφάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lik" σε Ελληνικά.

lik adjective noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πτώμα

    noun neuter

    Det brukar räcka med några få lik för att avskräcka idealister.

    Συνήθως δεν χρειάζονται πολλά πτώματα για να αποθαρρυνθούν οι ιδεαλιστές.

  • όμοιος

    noun masculine

    Han som satt på tronen var ”lik en jaspissten”.

    Εκείνος που καθόταν στο θρόνο ήταν στην εμφάνιση «όμοιος με πέτρα ίασπη».

  • κουφάρι

    noun neuter

    Jag blev så rädd när ditt lik försvann!

    Τρόμαξα τόσο πολύ όταν είδα το κουφάρι σου!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρόμοιος
    • ίδιος
    • κορμός
    • εκλιπών
    • ίσος
    • σορός
    • παραπλήσιος
    • λείψανο
    • αγαπώ
    • εκλιπούσα
    • μακαρίτης
    • δῐτο + γράφω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lik
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πτώμα

    noun

    Lik ska stanna under jorden i en kostym gjord av trä, till återuppståndelsen.

    Τα πτώματα πρέπει να μένουν κάτω απ'τη γη σε φέρετρα, μέχρι την Ημέρα της Κρίσεως.

Εικόνες με "lik"

Φράσεις παρόμοιες με "lik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη