Μετάφραση του "lim" σε Ελληνικά

Οι κόλλα, συγκολλητικό, κολλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lim" σε Ελληνικά.

lim noun Noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόλλα

    noun feminine

    De enskilda skikten skall vara hoplimmade med vattenfast lim.

    Όλα τα διπλανά φύλλα θα πρέπει να είναι κολλημένα με αδιάβροχη κόλλα.

  • συγκολλητικό

    I gemenskapen används polyvinylalkohol ofta vid tillverkningen av polyvinylbutyral, som används i lim, för bestrykning av papper, som polymerisationshjälpmedel och för textilappretering.

    Στην Κοινότητα, καταναλώνεται συχνά για την παραγωγή βουτυράλης πολυβινυλίου («PVB»), χρησιμοποιείται ως συγκολλητικό, για επιχρίσεις χαρτιού, ως καταλύτης πολυμερισμού και για το κολλάρισμα κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων.

  • κολλα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γόμα
    • αυτοκόλλητο
    • κολλητική ουσία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lim " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lim
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κόλλα

    De enskilda skikten skall vara hoplimmade med vattenfast lim.

    Όλα τα διπλανά φύλλα θα πρέπει να είναι κολλημένα με αδιάβροχη κόλλα.

Εικόνες με "lim"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lim" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη