Μετάφραση του "lin" σε Ελληνικά

Το λινάρι είναι η μετάφραση του "lin" σε Ελληνικά.

lin noun neuter γραμματική

växt [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λινάρι

    noun neuter

    Luggvävnader, inbegripet sniljvävnader, av lin eller rami, andra än vävda band

    Βελούδα και πλούσες υφασμένα και υφάσματα σενίλλης, από λινάρι ή ραμί, άλλα από τα είδη κορδελοποιίας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "lin"

Φράσεις παρόμοιες με "lin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γραμμή αίτησης διακοπής
  • απομακρυσμένος εκτυπωτής γραμμής
  • Νησιά Γραμμής Ισημερινού
  • πρωτόκολλο Internet σειριακής γραμμής
  • Φακή · Φακός
  • Ψηφιακή συνδρομητική γραμμή
  • φακή · φακός
  • γραμμή (μεταξύ υπολογιστών) · κορδόνι · σκοινί · σπάγκος · σχοινί · σχοινοβασία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη