Μετάφραση του "lindring" σε Ελληνικά

Το ανακούφιση είναι η μετάφραση του "lindring" σε Ελληνικά.

lindring
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανακούφιση

    noun feminine

    Symtomatisk lindring av lokaliserad klåda på intakt hud.

    για τη συμπτωματική ανακούφιση του εντοπισμένου κνησμού σε δέρμα χωρίς λύση της συνέχειάς του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lindring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lindring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη