Μετάφραση του "linje" σε Ελληνικά

Οι γραμμή, ευθεία, στήλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "linje" σε Ελληνικά.

linje noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γραμμή

    noun feminine

    Rita en linje här.

    Τράβα μια γραμμή εδώ.

  • ευθεία

    noun feminine

    Fordonet ska framdrivas i en rak linje vid provningshastigheten.

    Το όχημα πρέπει να κινείται στην ταχύτητα δοκιμής σε ευθεία.

  • στήλη

    noun feminine

    När den böjer på huvudet bildar rygg och nacke en rak linje... som är perfekt för att ta emot stötar.

    Όταν σκύβει, ο λαιμός του ευθυγραμμίζεται με τη σπονδυλική στήλη... κι έτσι απορροφάται τέλεια κάθε χτύπημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευθυγράμμιση
    • χάραξη
    • λωρίδα
    • ράβδωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " linje " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "linje"

Φράσεις παρόμοιες με "linje" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "linje" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη