Μετάφραση του "logaritm" σε Ελληνικά

Οι λογάριθμος, Λογάριθμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "logaritm" σε Ελληνικά.

logaritm noun common γραμματική

det tal man måste upphöja ett givet tal till för att få det ursprungliga talet

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λογάριθμος

    noun masculine

    L= den naturliga logaritmen av gränsvärdet för föroreningen.

    L= ο φυσικός λογάριθμος της οριακής τιμής για το ρύπο,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " logaritm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Logaritm
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λογάριθμος

    Logaritmen för Pow används som en indikering på det kemiska ämnets potential för biokoncentration i vattenorganismer.

    Ο λογάριθμος του Pow χρησιμοποιείται ως ένδειξη της δυνητικότητας βιοσυγκέντρωσης μίας χημικής ουσίας σε υδρόβιους οργανισμούς.

Φράσεις παρόμοιες με "logaritm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "logaritm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη