Μετάφραση του "lymfom" σε Ελληνικά

Οι λέμφωμα, λέμφωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lymfom" σε Ελληνικά.

lymfom noun γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λέμφωμα

    noun neuter

    Om han hade lymfom så här långt gången, så skulle vi sett det i blod och hjärna.

    Αν έχει τόσο προχωρημένο λέμφωμα, λογικά θα το βλέπαμε στο αίμα και στον εγκέφαλό του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lymfom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lymfom
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λέμφωμα

    Lymfom är en erkänd och listad biverkning av systemiskt administrerade kalcineurinhämmare

    Το λέμφωμα αποτελεί αναγνωρισμένη και κατηγοριοποιημένη ανεπιθύμητη ενέργεια των συστηματικά χορηγούμενων ανασταλτικών της καλσινευρίνης προϊόντων

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lymfom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη