Μετάφραση του "maka" σε Ελληνικά

Οι σύζυγος, γυναίκα, συμβία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maka" σε Ελληνικά.

maka verb noun common γραμματική

kvinna i äktenskap [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύζυγος

    noun feminine

    Γυναίκα παντρεμένη.

    Skulle ni nu vilja ursäkta er make och mig en kort stund?

    Και τώρα συγχωρήστε τον σύζυγό σας και εμένα.

  • γυναίκα

    noun feminine

    Men jag menar som en make, som frågar sin maka efter fjärrkontrollen.

    Αλλά θέλω να πω σαν τον σύζυγο που ρωτάει τη γυναίκα του, που είναι το τηλεχειριστήριο.

  • συμβία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " maka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "maka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "maka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη