Μετάφραση του "makt" σε Ελληνικά

Οι ισχύς, επιρροή, δύναμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "makt" σε Ελληνικά.

makt noun common γραμματική

det att bestämma [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ισχύς

    noun feminine

    Vidare var beredningsföretagens beteende ett svar på kravet att bemästra mellanhändernas makt.

    Eπιπλέον, η συμπεριφορά των επιχειρήσεων μεταποιήσεως ανταποκρινόταν στην ανάγκη να εξισορροπηθεί η ισχύς των μεσαζόντων.

  • επιρροή

    noun feminine

    Han har makt att påverka kungen i vilken riktning han än vill.

    Είναι σύμβουλος του βασιλιά με αρκετή επιρροή ώστε να κατευθύνει τη βούληση του Εδουάρδου.

  • δύναμη

    noun feminine

    Påskhögtiden förkunnar att döden inte har någon beständig makt över oss.

    Το Πάσχα δηλώνει ότι ο θάνατος δεν έχει μόνιμη δύναμη σε εμάς.

  • Εξουσία

    Och när tiden var inne klamrade han sig inte fast vid sin makt.

    Κι όταν ήρθε η ώρα, δεν προσκολλήθηκε στην εξουσία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " makt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "makt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "makt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη