Μετάφραση του "man" σε Ελληνικά
Οι άνδρας, άντρας, σύζυγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "man" σε Ελληνικά.
person av manligt kön [..]
-
άνδρας
noun masculineαρσενικός άνθρωπος [..]
Han var en erfaren pilot med en examen i flygteknik.
Πριν δύο μέρες, αυτός ο άνδρας ήταν ένας έμπειρος πιλότος, με πτυχίο στην Αεροναυπηγική.
-
άντρας
noun masculineMan i äktenskap eller äktenskapligt förhållande. [..]
Det finns en ny man i Mercedes liv nu och han är mina framtidsplaner.
Υπάρχει ένας νέος άντρας στη ζωή της Μερσέντες και είναι τα μελλοντικά μου σχέδια.
-
σύζυγος
noun masculineMan i äktenskap eller äktenskapligt förhållande.
Hon berättade för sin man som avfärdade henne som galen.
Το είπε στον σύζυγό της, ο οποίος θεώρησε ότι ήταν τρελή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χαίτη
- άρρενας
- αρσενικός
- άνθρωπος
- ανήρ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " man " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "man"
Φράσεις παρόμοιες με "man" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μαν Ραίη
-
Νήσος Μαν · Νήσος του Μαν
-
πράσινο ανθρωπάκι
-
ισότητα των φύλων
-
Άνθρωπος του Βιτρούβιου
-
Σημαία της Νήσου του Μαν
-
νιος
-
Ο Άνθρωπος στο Απόρθητο Κάστρο