Μετάφραση του "margarin" σε Ελληνικά

Οι μαργαρίνη, βουτυρίνη, Μαργαρίνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "margarin" σε Ελληνικά.

margarin noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαργαρίνη

    noun feminine

    Största delen av palmoljan går åt vid tillverkningen av margarin.

    Το προϊόν που απορροφά το περισσότερο φοινικέλαιο είναι η μαργαρίνη.

  • βουτυρίνη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " margarin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Margarin
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μαργαρίνη

    Margarin, smör och andra fetter och oljor framställda av vattenemulsioner i olja

    Μαργαρίνη, βούτυρο και άλλα λίπη και έλαια αποτελούμενα από γαλακτώματα νερού εντός ελαίου

Εικόνες με "margarin"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "margarin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη