Μετάφραση του "martyr" σε Ελληνικά

Οι μάρτυρας, ιερομάρτυρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "martyr" σε Ελληνικά.

martyr noun common w γραμματική

person som dött för sin övertygelse [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάρτυρας

    noun masculine

    κάποιος που υποφέρει δίωξη και θάνατο για την την άρνηση να απαρνηθεί κάποια πίστη ή ιδέα, συνήθως θρησκευτική

    Han har bestämt sig för att spela martyr.

    Αυτός εδώ απ'την αρχή ήθελε να παραστήσει το μάρτυρα!

  • ιερομάρτυρας

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " martyr " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "martyr"

Φράσεις παρόμοιες με "martyr" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "martyr" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη