Μετάφραση του "mat" σε Ελληνικά

Οι φαγητό, τροφή, φαΐ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mat" σε Ελληνικά.

mat noun common w γραμματική

Ett ämne som kan förtäras och användas av organismen som en källa till näring och energi. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φαγητό

    noun neuter

    Tom tog mat ur kylskåpet.

    Ο Θωμάς πήρε φαγητό από το ψυγείο.

  • τροφή

    noun feminine

    Ett ämne som kan förtäras och användas av organismen som en källa till näring och energi.

    Jag hoppas finna en planet, odla lite mat.

    Απλά ελπίζω να βρούμε έναν πλανήτη, να καλλιεργήσουμε λίγη τροφή.

  • φαΐ

    noun neuter

    Och det tillskrev jag den rikliga maten och vitaminerna.

    Το απέδωσα στο πολύ φαΐ και τις βιταμίνες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Τροφή
    • τρόφιμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mat"

Φράσεις παρόμοιες με "mat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη