Μετάφραση του "mejsel" σε Ελληνικά

Το σκαρπέλο είναι η μετάφραση του "mejsel" σε Ελληνικά.

mejsel w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκαρπέλο

    noun neuter

    De sistnämnda kan vara bearbetade med en mejsel, pikhacka eller bilningshammare.

    Οι εν λόγω επιφάνειες μπορούν να έχουν ξυστεί, χαραχτεί ή υποστεί κατεργασία με σκαρπέλο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mejsel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mejsel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mejsel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη