Μετάφραση του "metanol" σε Ελληνικά

Οι μεθανόλη, Μεθανόλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "metanol" σε Ελληνικά.

metanol noun common γραμματική

träsprit

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεθανόλη

    noun feminine

    För ett projekt fastställde man att det inte gällde den berörda produkten utan metanol.

    Για ένα έργο διαπιστώθηκε ότι δεν αφορούσε το υπό εξέταση προϊόν αλλά τη μεθανόλη.

  • Μεθανόλη

    För ett projekt fastställde man att det inte gällde den berörda produkten utan metanol.

    Για ένα έργο διαπιστώθηκε ότι δεν αφορούσε το υπό εξέταση προϊόν αλλά τη μεθανόλη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " metanol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "metanol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη