Μετάφραση του "meter" σε Ελληνικά

Οι μέτρο, m, μετρητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "meter" σε Ελληνικά.

meter noun common w γραμματική

SI-enhet [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέτρο

    noun neuter

    En dag sköt han en prärievarg med sin Winchester på 180 meters håll.

    Μια μέρα, πέτυχε ένα κογιότ με το τουφέκι του στα 180 μέτρα.

  • m

    μονάδα μέτρησης μήκους κατά SI

    Sådana skott skall vara minst 2,2 meter höga.

    Τα εν λόγω διαφράγματα πρέπει να έχουν ύψος τουλάχιστον 2,2 m.

  • μετρητής

    noun masculine

    Att sätta en meter utanför på uteplatsen.

    Θα μπει ένας μετρητής στην αυλή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " meter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "meter"

Φράσεις παρόμοιες με "meter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "meter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη