Μετάφραση του "metod" σε Ελληνικά
Οι μέθοδος, μεθοδολογίες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "metod" σε Ελληνικά.
metod
noun
common
γραμματική
-
μέθοδος
noun feminineFinns det ingen annan metod?
Υπάρχει καμία άλλη μέθοδος;
-
μεθοδολογίες
nounDe nationella kontrollplanerna utarbetas med hjälp av olika metoder.
Τα εθνικά ελεγκτικά σχέδια καταστρώνονται με διάφορες μεθοδολογίες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " metod " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "metod" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μεθοδολογία του δικαίου
-
ασύγχρονη μέθοδος
-
αναλυτική μέθοδος
-
ανώνυμη μέθοδος
-
τεχνολογία ανασυνδυασμένου DNA
-
παιδαγωγική μέθοδος
-
Επιστημονική μέθοδος
-
στατιστική μέθοδος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη