Μετάφραση του "misstrogenhet" σε Ελληνικά
Το δυσπιστία είναι η μετάφραση του "misstrogenhet" σε Ελληνικά.
misstrogenhet
-
δυσπιστία
noun feminineI detta sammanhang har misstrogenhet och intolerans gentemot minoriteter spridit sig snabbt och lett till att dessa grupper intagit en försvarsställning.
Σε αυτό το πλαίσιο, κέρδισαν έδαφος η δυσπιστία και η μισαλλοδοξία απέναντι στις μειονότητες, με αποτέλεσμα αυτές να υιοθετήσουν αμυντική στάση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " misstrogenhet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη