Μετάφραση του "mogen" σε Ελληνικά

Το ώριμος είναι η μετάφραση του "mogen" σε Ελληνικά.

mogen adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ώριμος

    adjective

    Det övergripande området trauma är mer konsoliderat och mognare än ryggområdet.

    O τομέας των προϊόντων τραύματος είναι πιο ενοποιημένος και πιο ώριμος από τον τομέα της σπονδυλικής στήλης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mogen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mogen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μεγαλώνω · ωριμάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mogen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη