Μετάφραση του "monolog" σε Ελληνικά

Το μονόλογος είναι η μετάφραση του "monolog" σε Ελληνικά.

monolog noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονόλογος

    Noun masculine

    Επικοινωνιακό γεγονός με έναν μόνο συμμετέχοντα

    Detta skulle kunna bidra till att det blir en dialog, snarare än en pengasparande kulturell monolog.

    Αυτό θα χρησιμεύσει προκειμένου να καταστεί διάλογος, αντί πολιτιστικός μονόλογος για εξοικονόμηση χρημάτων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monolog " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monolog" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη