Μετάφραση του "mord" σε Ελληνικά

Οι δολοφονία, ανθρωποκτονία, φόνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mord" σε Ελληνικά.

mord noun neuter γραμματική

Det avsiktliga eller planerade dödandet av en annan person.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δολοφονία

    noun feminine

    παράνομος σκοτωμός ενός άλλου ανθρώπου με κακή πρόθεση

    Och den här matematiska formeln vi precis hittade, är ett motiv till mord.

    Και αυτός ο μαθηματικός τύπος που μόλις βρήκαμε είναι κίνητρο για δολοφονία.

  • ανθρωποκτονία

    noun feminine

    dödandet av en människa av en annan människa

    Det allmänna åtalet mot er gäller överlagt mord.

    Κατηγορείσθε για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και εκ προμελέτης.

  • φόνος

    noun masculine

    Han begick mord och vållade många människor, däribland sin egen familj, sorg och förtvivlan.

    Διέπραξε φόνο και βύθισε πολλούς ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένης και της οικογένειάς του, σε θλίψη και απόγνωση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • -κτονία
    • εκτέλεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mord " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mord" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη