Μετάφραση του "mormor" σε Ελληνικά
Οι γιαγιά, μάμμη, παππούς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mormor" σε Ελληνικά.
mormor
noun
common
w
γραμματική
-
γιαγιά
noun feminineHon är min mormor.
Αυτή είναι η γιαγιά μου.
-
μάμμη
noun feminineDjurets mor och mormor är införda i en bilaga till en stambok för samma ras enligt artikel 20.1.
μητέρα και εκ μητρός μάμμη που είναι καταγεγραμμένες στο συμπληρωματικό τμήμα βιβλίου αναπαραγωγής της ίδιας φυλής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1·
-
παππούς
noun masculineMin mormor sa alltid att man kan lösa alla problem med mat.
Ο παππούς μου, μου έλεγε ότι μπορείς να λύσεις κάθε πρόβλημα με το φαγητό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mormor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "mormor"
Φράσεις παρόμοιες με "mormor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προπάππος
-
προγιαγιά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη