Μετάφραση του "mos" σε Ελληνικά

Το πολτός είναι η μετάφραση του "mos" σε Ελληνικά.

mos noun neuter γραμματική

En mjuk och fuktig massa av material som vanligen erhålls genom att pressa eller slå ett relativt hårt föremål. Används vanligen om vegetabilier.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολτός

    noun masculine

    Potatismoset ska kallna lite innan rågmjölet blandas med moset.

    Αφού ψυχθεί λίγο ο πολτός, προστίθεται το αλεύρι σίκαλης και το σύνολο αναμιγνύεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mos" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη