Μετάφραση του "multiplikation" σε Ελληνικά
Οι πολλαπλασιασμός, αναπαραγωγή, Πολλαπλασιασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "multiplikation" σε Ελληνικά.
multiplikation
noun
common
γραμματική
-
πολλαπλασιασμός
noun masculineräkneoperation vars resultat blir en produkt
Dessa multiplikationer behöver inte utföras om följande tabeller används.
Αυτοί οι πολλαπλασιασμοί ή διαιρέσεις μπορεί να αποφευχθούν με τη χρησιμοποίηση των πινάκων βάρους που υπάρχουν παρακάτω.
-
αναπαραγωγή
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " multiplikation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Multiplikation
-
Πολλαπλασιασμός
Dessa multiplikationer behöver inte utföras om följande tabeller används.
Αυτοί οι πολλαπλασιασμοί ή διαιρέσεις μπορεί να αποφευχθούν με τη χρησιμοποίηση των πινάκων βάρους που υπάρχουν παρακάτω.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη