Μετάφραση του "munterhet" σε Ελληνικά

Οι ευθυμία, χαρά, ευωχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "munterhet" σε Ελληνικά.

munterhet Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευθυμία

    noun feminine

    Han fann att munterhet och skratt inte i sig ger någon verklig tillfredsställelse eller äkta och varaktig lycka.

    Διαπίστωσε ότι η ευθυμία και το γέλιο από μόνα τους δεν είναι στ’ αλήθεια ικανοποιητικά, διότι δεν φέρνουν πραγματική και μόνιμη ευτυχία.

  • χαρά

    noun feminine

    Deras uppsluppna munterhet var som deras som är beslutna att förtära en betryckt på en fördold plats.

    Η μεγάλη τους χαρά ήταν όπως εκείνων που είναι αποφασισμένοι να καταβροχθίσουν έναν ταλαιπωρημένο σε κάποια κρυψώνα.

  • ευωχία

    feminine
  • κέφι

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " munterhet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "munterhet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη