Μετάφραση του "murverk" σε Ελληνικά

Οι τοιχοποιία, πλινθοδομή, οικοδομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "murverk" σε Ελληνικά.

murverk
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τοιχοποιία

    noun feminine

    Beträffande konstruktionen av en byggnad påpekar Haniel att man i allmänhet kan välja mellan olika lösningar för murverket.

    Κατά τη σχεδίαση ενός κτιρίου, ισχυρίζεται η Ηaniel, μπορεί γενικά να γίνει επιλογή μεταξύ διαφόρων κατασκευαστικών λύσεων ως προς την τοιχοποιία.

  • πλινθοδομή

    noun

    färg för ytor av mineraliskt material utomhus : färger avsedda att appliceras på murverk, tegel- eller putsytor utomhus.

    «Επιχρίσματα για εξωτερικούς τοίχους ορυκτού υποστρώματος»:επιχρίσματα για εφαρμογή σε εξωτερικούς τοίχους από λιθοδομή, πλινθοδομή ή γυψομαρμαροκονίαμα.

  • οικοδομή

    noun
  • οικοδόμηση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " murverk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "murverk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη