Μετάφραση του "nickel" σε Ελληνικά

Οι νικέλιο, νικέλλιο, Νικέλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nickel" σε Ελληνικά.

nickel noun neuter γραμματική

grundämne

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • νικέλιο

    noun neuter

    Kan innehålla upp till 50 ppm nickel från hydrogenering.

    Δύνανται να περιέχουν έως και 50 ppm νικέλιο από υδρογόνωση.

  • νικέλλιο

    noun
  • Νικέλιο

    χημικό στοιχείο με σύμβολο Ni και ατομικό αριθμό 28

    Nickel eller legeringar med mer än 40 viktprocent nickel.

    Νικέλιο ή κράματα περιεκτικότητας άνω του 40 % κατά βάρος σε νικέλιο.

  • νίκελ

    noun

    Det är en nickelfyndighet där platinagruppens metaller produceras som en biprodukt vid produktionen av nickel.

    Το κοίτασμα αυτό είναι ένα κοίτασμα νίκελ, όπου τα PGMs παράγονται ως υποπροϊόντα της παραγωγής νίκελ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nickel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "nickel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nickel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη