Μετάφραση του "odling" σε Ελληνικά

Το καλλιέργεια είναι η μετάφραση του "odling" σε Ελληνικά.

odling
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλλιέργεια

    noun feminine

    Positiv direktundersökning eller positiv odling från bronkialsekret eller bronkialvävnad.

    θετική άμεση εξέταση ή θετική καλλιέργεια από βρογχικές εκκρίσεις ή ιστό,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " odling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "odling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "odling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη