Μετάφραση του "odling" σε Ελληνικά
Το καλλιέργεια είναι η μετάφραση του "odling" σε Ελληνικά.
odling
-
καλλιέργεια
noun femininePositiv direktundersökning eller positiv odling från bronkialsekret eller bronkialvävnad.
θετική άμεση εξέταση ή θετική καλλιέργεια από βρογχικές εκκρίσεις ή ιστό,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " odling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "odling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μόνιμη καλλιέργεια
-
συντήρηση των καλλιεργειών
-
αρδευτική καλλιέργεια
-
καλλιέργεια υπό κάλυψη
-
καταστροφή καλλιεργειών
-
οστρακοκαλλιέργεια
-
δενδροκομία
-
βιολογική καλλιέργεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη