Μετάφραση του "oenighet" σε Ελληνικά
Οι ασυμφωνία, διχόνοια, διαφωνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oenighet" σε Ελληνικά.
oenighet
Noun
γραμματική
-
ασυμφωνία
noun feminineDenna oenighet är särskilt markant när det gäller felaktigheterna.
Η ασυμφωνία αυτή σημειώνεται ιδιαίτερα όσον αφορά τα σφάλματα.
-
διχόνοια
noun feminineDetta har naturligtvis gett upphov till en stor del av den oenighet som vi nu känner av.
Αυτό προκάλεσε, φυσικά, σε μεγάλο βαθμό τη διχόνοια την οποία τώρα διαισθανόμαστε.
-
διαφωνία
noun feminineOm oenighet uppstår mellan parterna ska förlikning inledas i den gemensamma kommittén.
Σε περίπτωση διαφωνίας, τα μέρη διαβουλεύονται στο πλαίσιο της μικτής επιτροπής.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διάσταση
- έριδα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oenighet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη