Μετάφραση του "olikhet" σε Ελληνικά

Οι διαφορά, ανισότητα, ετερογένεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "olikhet" σε Ελληνικά.

olikhet noun common w γραμματική

matematik

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαφορά

    noun feminine

    Dessa justeringar skedde på grundval av en rimlig uppskattning av olikheternas marknadsvärde.

    Αυτές οι προσαρμογές έγιναν με βάση μια εύλογη εκτίμηση της αξίας των διαφορών στην αγορά.

  • ανισότητα

    Noun feminine

    Det skulle innebära en olikhet som inte är försvarbar, anser jag.

    Αυτό θα ήταν π.χ. μία ανισότητα την οποία δεν είναι δυνατόν να υποστηρίξουμε όπως πιστεύω εγώ.

  • ετερογένεια

    noun

    De olika skolsystemens läroplaner kännetecknas av stora olikheter, i fråga om både innehåll och metoder.

    Τα προγράμματα μελέτης των διαφόρων σχολικών συστημάτων χαρακτηρίζονται από μεγάλη ετερογένεια τόσο περιεχομένου όσο και της μεθοδολογίας.

  • ανομοιότητα

    noun

    Det finns väldiga olikheter inom straffrätten och naturligtvis även inom civilrätten.

    Υπάρχει μία τρομερή ανομοιότητα στο ποινικό και ασφαλώς και στο αστικό δίκαιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " olikhet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Olikhet
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ανισότητα

    Det skulle innebära en olikhet som inte är försvarbar, anser jag.

    Αυτό θα ήταν π.χ. μία ανισότητα την οποία δεν είναι δυνατόν να υποστηρίξουμε όπως πιστεύω εγώ.

Εικόνες με "olikhet"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "olikhet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη