Μετάφραση του "olycka" σε Ελληνικά
Οι ατύχημα, δυστυχία, ατυχήματα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "olycka" σε Ελληνικά.
olycka
noun
Noun
common
neuter
γραμματική
En händelse som orsakar upprördhet eller smärta. [..]
-
ατύχημα
noun neuterDet ser inte ut som en olycka om man flyr.
Δεν μοιάζει με ατύχημα όταν το σκας απ'τη σκηνή.
-
δυστυχία
noun feminineVissa stunder verkar det som om allt som finns är vi och vår olycka.
Κάποιες στιγμές νομίζουμε ότι το μόνο που υπάρχει είμαστε εμείς και η δυστυχία μας.
-
ατυχήματα
nounEn oväntad händelse, misslyckande eller förlust med möjlig skada på människoliv, egendom eller miljön.
Det ser inte ut som en olycka om man flyr.
Δεν μοιάζει με ατύχημα όταν το σκας απ'τη σκηνή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δυστύχημα
- ατυχία
- κακοτυχία
- συντριβή
- γκαντεμιά
- βίαιη σύγκρουση
- η δυστυχία
- το ατύχημα
- το δυστύχημα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " olycka " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "olycka"
Φράσεις παρόμοιες με "olycka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρόληψη των ατυχημάτων
-
χημικό ατύχημα
-
πηγή ατυχήματος
-
ατυχήματα στο σπίτι
-
τεχνολογικό ατύχημα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη