Μετάφραση του "optimal" σε Ελληνικά

Οι βέλτιστος, άριστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "optimal" σε Ελληνικά.

optimal
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βέλτιστος

    adjective masculine

    Vid kvantitetsbestämningar med absorptionsspektrometri skall apparaten justeras noggrant till den optimala våglängden.

    Για τους προσδιορισμούς που διεξάγονται με φασματομετρία απορρόφησης, το όργανο ρυθμίζεται με προσοχή στο βέλτιστο μήκος κύματος.

  • άριστος

    adjective masculine

    Och en optimal uppfyllelse är det krav parlamentet har ställt sedan åratal.

    Και ο άριστος τρόπος θα ήταν το αίτημα που προβάλλει εδώ και χρόνια το Κοινοβούλιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " optimal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "optimal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη