Μετάφραση του "ovum" σε Ελληνικά

Οι αβγό, ωάριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ovum" σε Ελληνικά.

ovum
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αβγό

    noun neuter
  • ωάριο

    noun neuter

    I spermieskolan svor du att du skulle befrukta ett ovum, eller dö i försöket.

    Έδωσες έναν όρκο όταν μπήκες στη Σχολή Εκπαίδευσης Σπερματοζωάριων... να γονιμοποιήσεις ένα ωάριο, ή να πεθάνεις στην προσπάθεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ovum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ovum"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ovum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη