Μετάφραση του "panik" σε Ελληνικά

Οι πανικός, πανικοβάλλομαι, πανικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "panik" σε Ελληνικά.

panik
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πανικός

    noun masculine

    Bomben har visst orsakat en jävla panik här.

    Απ'ό, τι φαίνεται η βόμβα προκάλεσε μεγάλο πανικό εδώ.

  • πανικοβάλλομαι

    verb

    När jag tänker på det som händer, får jag panik.

    Κι όταν σκέφτομαι το που βρισκόμαστε και τι συμβαίνει, αρχίζω και πανικοβάλλομαι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " panik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Panik
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πανικός

    Panik är inte " bara ".

    Μαξίν, μην λες " απλά πανικός " σαν να λες " απλά λέπρα ".

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "panik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη