Μετάφραση του "parasit" σε Ελληνικά

Οι παράσιτο, παράσιτος, βδέλλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "parasit" σε Ελληνικά.

parasit noun common w γραμματική

Organism som lever och får föda på bekostnad av en annan organism, värden.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράσιτο

    noun neuter

    Organism som lever och får föda på bekostnad av en annan organism, värden.

    Ilskan och smärtan kan orsakas av en parasit.

    Η οργή κι ο πόνος ίσως προκαλούνται από κάποιο παράσιτο.

  • παράσιτος

    adjective masculine

    I detta avsnitt anges närmare bestämmelser för okulärbesiktning i syfte att upptäcka parasiter i fiskeriprodukter.

    Το παρόν τμήμα ορίζει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τις μακροσκοπικές εξετάσεις για την ανίχνευση παρασίτων στα αλιευτικά προϊόντα.

  • βδέλλα

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κηφήνας
    • Παράσιτο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " parasit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "parasit"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "parasit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη