Μετάφραση του "pendel" σε Ελληνικά

Οι εκκρεμές, Εκκρεμές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pendel" σε Ελληνικά.

pendel noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκκρεμές

    noun neuter

    En stoppanordning skall ingå i pendeln för att förhindra ett andra islag av provkroppen i provfordonet.

    Το εκκρεμές θα διαθέτει διάταξη παύσης προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε δευτερεύουσα πρόσκρουση του κρουστικού στοιχείου στο όχημα δοκιμής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pendel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pendel
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εκκρεμές

    Pendeln är utrustad med ett horisontellt ”armstöd” på provkroppens sida på 1,0±0,01 kg.

    Το εκκρεμές είναι εξοπλισμένο με οριζόντια κρουστική πλάκα προσομοίωσης του υποστηρίγματος βραχιόνων, μάζας 1,0±0,01 kg.

Φράσεις παρόμοιες με "pendel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pendel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη