Μετάφραση του "penna" σε Ελληνικά
Οι μολύβι, στυλό, πένα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "penna" σε Ελληνικά.
penna
noun
common
w
γραμματική
Ett vanligt skrivverktyg (tillverkat av en grafitkärna omgiven av trä) som använder sig av grafit (ofta benämnt bly) för att skapa märken på papper.
-
μολύβι
noun neuterΈνα κοινό εργαλείο (φτιαγμένο από γραφίτη περιβεβλημένο από ξύλο) που χρησιμοποιεί το γραφίτη (που αποκαλείται φιλικά η μύτη) για να αφήνει ίχνη πάνω σε χαρτί.
Kan jag låna en penna?
Μπορώ να δανειστώ ένα μολύβι;
-
στυλό
noun neuterJag tar med pennor och ni tar dem. Jag måste sätta ned foten.
Φέρνω στυλό κι εσείς μου τους παίρνετε. Γι'αυτό ενίσταμαι δριμύτατα.
-
πένα
nounJag har tappat bort min penna.
Έχω χάσει την πένα μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- στιλό
- γραφίδα
- πάρκο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " penna " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "penna"
Φράσεις παρόμοιες με "penna" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πατάω παρατεταμένα
-
πένα
-
φυσικό μολύβι
-
Πέννες
-
κίνηση πένας
-
κίνηση πένας για περιήγηση
-
κίνηση πένας για επεξεργασία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη